Τοξική ντροπή και τοξική ενοχή
Τα πρώτα συναισθήματα με τα οποία γνωρίζουμε τον κόσμο δεν χρειάζεται να μας τα μάθει κανείς. Ο φόβος μάς προειδοποιεί, ο θυμός μάς κινητοποιεί και η χαρά μάς φέρνει πιο κοντά σε ό,τι μας κάνει να νιώθουμε καλά. Κάποια άλλα συναισθήματα, όμως, εμφανίζονται αργότερα. Χρειάζονται χρόνο — και κυρίως χρειάζονται σχέσεις — για να διαμορφωθούν.
Σε αυτά ανήκουν η ντροπή και η ενοχή. Δεν γεννιόμαστε νιώθοντάς τες· τις αποκτούμε καθώς μεγαλώνουμε και αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας μέσα από την επαφή με τους άλλους. Το βλέμμα, η φωνή και οι αντιδράσεις των ανθρώπων που μας φροντίζουν γίνονται οι πρώτοι καθρέφτες μας. Μέσα από αυτούς μαθαίνουμε τι θεωρείται σωστό, τι μπορεί να πληγώσει και τι επηρεάζει τη θέση μας ανάμεσα στους ανθρώπους.
Στην υγιή τους μορφή, αυτά τα δύο συναισθήματα είναι πολύτιμα. Μας βοηθούν να αναγνωρίζουμε ένα λάθος, να σεβόμαστε τα όρια και να επανορθώνουμε όταν έχουμε βλάψει κάποιον. Η ανάγκη να παραμένουμε συνδεδεμένοι με τους άλλους έχει βαθιές ρίζες. Για τους προγόνους μας, το να ανήκουν στην ομάδα σήμαινε προστασία και επιβίωση.
Κάτω από ορισμένες συνθήκες, όμως, η ντροπή και η ενοχή μπορούν να πάρουν μια πολύ διαφορετική μορφή. Παύουν να λειτουργούν ως προσωρινά συναισθήματα που μας βοηθούν να κατανοήσουμε μια πράξη και ριζώνουν βαθιά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και την αξία μας. Η τοξική ντροπή πλήττει σιωπηλά την αίσθηση της αξίας μας, ενώ η τοξική ενοχή μάς κάνει να σηκώνουμε ευθύνες που δεν μας ανήκουν.
Σας προσκαλώ να δούμε μαζί τι είναι η τοξική ντροπή και η τοξική ενοχή, πού βρίσκονται οι πρώτες τους ρίζες και πώς αποκτούν τόσο μεγάλη δύναμη μέσα μας.
Πώς αρχίζει να διαμορφώνεται η ντροπή;
Για να καταλάβουμε την τοξική ντροπή, χρειάζεται πρώτα να δούμε πώς γεννιέται η υγιής ντροπή. Η αρχή βρίσκεται σε μια σημαντική περίοδο της ανάπτυξης, όταν το μικρό παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο.
Θέλει να δοκιμάζει, να επιλέγει και να κάνει πράγματα μόνο του. Το «όχι» που εμφανίζεται τόσο συχνά δεν είναι απλώς αντίδραση απέναντι στον γονιό. Είναι ένας από τους πρώτους τρόπους με τους οποίους το παιδί εκφράζει τη δική του θέληση. Ανακαλύπτει το «θέλω», το «δεν θέλω» και το «μπορώ μόνος μου».
Ο αναπτυξιακός ψυχολόγος και ψυχαναλυτής Erik Erikson ονόμασε αυτή την περίοδο στάδιο της αυτονομίας έναντι της ντροπής και της αμφιβολίας. Κάτι τόσο σημαντικό για την ψυχική ανάπτυξη κρύβεται μέσα σε πολύ απλές καθημερινές στιγμές: το παιδί θέλει να κρατήσει μόνο του το κουτάλι, να επιλέξει ένα παιχνίδι, να αγγίξει, να εξερευνήσει ή να προσπαθήσει χωρίς βοήθεια. Μέσα από αυτές τις μικρές δοκιμές αρχίζει να χτίζεται η αίσθηση ότι μπορεί να ενεργεί και να εμπιστεύεται τον εαυτό του.
Φυσικά, η αυτονομία δεν σημαίνει ότι το παιδί μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Χρειάζεται όρια, γιατί δεν γνωρίζει ακόμη τι είναι ασφαλές και πώς οι πράξεις του επηρεάζουν τους άλλους. Ένα όριο, όμως, μπορεί να σταματά μια συμπεριφορά χωρίς να απορρίπτει το ίδιο το παιδί.
Αν, για παράδειγμα, το παιδί χτυπήσει ένα άλλο παιδί, ο γονιός μπορεί να συγκρατήσει το χέρι του και να πει:
«Δεν θα σε αφήσω να χτυπήσεις. Βλέπω ότι θύμωσες, αλλά δεν χτυπάμε».
Το παιδί λαμβάνει δύο μηνύματα ταυτόχρονα. Το πρώτο είναι ξεκάθαρο: «Αυτή η πράξη δεν επιτρέπεται». Το δεύτερο είναι εξίσου σημαντικό: «Το συναίσθημά σου μπορεί να γίνει κατανοητό και εγώ παραμένω εδώ».
Ο γονιός δεν δικαιολογεί το χτύπημα ούτε αφήνει το παιδί να συνεχίσει. Σταματά αποφασιστικά τη συμπεριφορά, χωρίς να μετατρέπει το όριο σε προσβολή για τον χαρακτήρα του. Δεν λέει «είσαι κακό παιδί», αλλά το βοηθά να ξεχωρίσει τον θυμό από την πράξη. Μπορεί να θυμώνει· δεν μπορεί να χτυπά.
Αν εκείνη τη στιγμή το παιδί νιώσει αμηχανία ή ντροπή, το συναίσθημα δεν χρειάζεται να απλωθεί σε ολόκληρο τον εαυτό του. Λειτουργεί σαν ένα σύντομο φρένο: το βοηθά να σταματήσει, να αντιληφθεί ότι ξεπέρασε ένα όριο και, καθώς ωριμάζει, να μάθει να επανορθώνει.
Μέσα του μπορεί να διατηρηθεί μια πολύ σημαντική διάκριση:
«Έκανα κάτι που δεν ήταν σωστό, αλλά δεν έπαψα να είμαι αγαπητό».
Πάνω σε αυτό το έδαφος μπορεί να αναπτυχθεί η ευθύνη χωρίς να καταστραφεί η προσωπική αξία. Το παιδί μαθαίνει ότι τα συναισθήματά του έχουν χώρο, αλλά οι πράξεις του έχουν όρια. Μαθαίνει επίσης ότι ένα λάθος δεν οδηγεί αναγκαστικά στην απώλεια της αγάπης και ότι η σχέση μπορεί να αντέξει μια δύσκολη στιγμή.
Πότε η ντροπή αρχίζει να γίνεται τοξική;
Η εμπειρία είναι εντελώς διαφορετική όταν ο γονιός δεν περιορίζει μόνο μια συμπεριφορά, αλλά απορρίπτει το παιδί για αυτό που αισθάνεται ή για τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται.
Στα πρώτα χρόνια το παιδί δείχνει όσα νιώθει κυρίως μέσα από το σώμα και τη συμπεριφορά του. Τρέχει, πηδά, γελά δυνατά, κλαίει, θυμώνει και αντιστέκεται. Δεν προσπαθεί να γίνει ενοχλητικό. Εκφράζεται με τον άμεσο τρόπο που του επιτρέπει η ηλικία του.
Όταν όμως αυτές οι φυσικές εκδηλώσεις συναντούν επανειλημμένα φωνές, απειλές, χτύπημα, παγωμένη σιωπή ή απότομη απομάκρυνση του γονιού, το παιδί αρχίζει να τις συνδέει με τον φόβο. Μπορεί να δεχτεί ένα χαστούκι ή μια ξυλιά επειδή έκανε θόρυβο, να ακούσει μια οργισμένη φωνή επειδή έκλαψε ή να δει τον γονιό να φεύγει και να διακόπτει την επαφή όταν εκείνο θυμώνει.
Μπορεί να σταματήσει αμέσως. Όχι επειδή κατάλαβε τι χρειάζεται να κάνει διαφορετικά, αλλά επειδή φοβήθηκε.
Σε αυτή τη φάση το παιδί δεν σχηματίζει ακόμη μια ώριμη κρίση για τον χαρακτήρα του. Αισθάνεται όμως την ένταση, τον πόνο και την ξαφνική απώλεια της επαφής. Αυτό που αρχίζει να μαθαίνει είναι ότι η αυθόρμητη έκφρασή του μπορεί να φέρει θυμό, τιμωρία ή απόρριψη.
Η τοξική ντροπή δεν δημιουργείται επειδή ένας γονιός έχασε μία φορά την υπομονή του. Καμία σχέση δεν είναι απαλλαγμένη από λάθη και καμία φροντίδα δεν είναι τέλεια. Ιδιαίτερη σημασία έχει το κλίμα μέσα στο οποίο μεγαλώνει το παιδί: τι συμβαίνει συνήθως όταν κλαίει, θυμώνει, φοβάται, χαίρεται ή λέει «όχι»; Υπάρχει χώρος να κατανοήσει αυτό που αισθάνεται ή πρέπει να το κρύψει για να παραμείνει αποδεκτό;
Αν η αυστηρότητα, η ταπείνωση και η απόρριψη γίνονται ο σταθερός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα συναισθήματά του, η πρώτη σύνδεση ανάμεσα στην αυθόρμητη έκφραση και στον φόβο αρχίζει να ριζώνει.
Καθώς το παιδί μεγαλώνει μέσα στο ίδιο κλίμα, ο φόβος που αρχικά γεννούσαν η φωνή, το χτύπημα ή η απόσυρση του γονιού αρχίζει να συνοδεύεται και από λόγια που μπορεί πλέον να κατανοήσει:
«Πάλι μας ντροπιάζεις».
«Μόνο προβλήματα δημιουργείς».
«Είσαι αχάριστος».
«Τίποτα δεν κάνεις σωστά».
«Κανείς δεν θα σε αντέξει έτσι όπως είσαι».
Τώρα το παιδί δεν ακούει μόνο ότι μια συγκεκριμένη συμπεριφορά χρειάζεται να σταματήσει. Ακούει κρίσεις για τον χαρακτήρα και την αξία του. Το μήνυμα δεν είναι πια «αυτό που έκανες έχει ένα όριο», αλλά «εσύ, έτσι όπως είσαι, αποτελείς το πρόβλημα».
Η διαφορά είναι βαθιά. Στο πρώτο παράδειγμα ο γονιός σταματά το χτύπημα, αναγνωρίζει τον θυμό και παραμένει κοντά στο παιδί. Στο δεύτερο, η συμπεριφορά, το συναίσθημα και ολόκληρο το παιδί συγχωνεύονται σε μία αρνητική κρίση.
Με τον καιρό η ντροπή μετακινείται από την πράξη προς ολόκληρο το πρόσωπο. Το παιδί δεν ντρέπεται μόνο επειδή έκανε κάτι που δεν επιτρέπεται. Αρχίζει να ντρέπεται για τον θυμό του, για το κλάμα του, για τις ανάγκες του, για τη χαρά και τον αυθορμητισμό του. Ντρέπεται για όσα αναδύονται φυσικά από μέσα του.
Εδώ η ντροπή παύει να λειτουργεί ως ένα προσωρινό συναίσθημα που βοηθά το παιδί να αντιληφθεί ένα όριο. Αρχίζει να ριζώνει στην εικόνα που σχηματίζει για τον εαυτό του.
Από το «έκανα κάτι κακό» στο «κάτι κακό υπάρχει μέσα μου»
Ο Αμερικανός σύμβουλος ψυχικής υγείας και συγγραφέας John Bradshaw περιέγραψε την τοξική ντροπή ως ντροπή που έχει πάψει να είναι μόνο ένα συναίσθημα και έχει μετατραπεί σε κατάσταση ύπαρξης. Δεν αφορά πια μόνο μια πράξη ή μια δύσκολη στιγμή. Απλώνεται στην αίσθηση του ποιος είναι ο άνθρωπος.
Η υγιής ντροπή μπορεί να πει: «Αυτό που έκανα δεν ήταν σωστό». Είναι δυσάρεστη, αλλά έχει όρια και μπορεί να υποχωρήσει. Δεν αφαιρεί από τον άνθρωπο την αίσθηση ότι εξακολουθεί να έχει αξία.
Η τοξική ντροπή ριζώνει βαθύτερα. Δεν εμφανίζεται αναγκαστικά σαν η καθαρή, συνειδητή σκέψη «είμαι ελαττωματικός». Συνήθως λειτουργεί πιο σιωπηλά: μέσα στον φόβο της έκθεσης, στην ανάγκη συνεχούς επιβεβαίωσης, στη δυσκολία να δεχτεί κανείς την κριτική ή στην αίσθηση ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει την αξία του.
Το παιδί αρχίζει να προστατεύεται. Κρύβει όσα αισθάνεται, παρακολουθεί τις αντιδράσεις των άλλων και προσπαθεί να μη δείχνει τις πλευρές του που κάποτε προκάλεσαν θυμό, περιφρόνηση ή απόρριψη.
Δημιουργείται έτσι ένας εσωτερικός διαχωρισμός: υπάρχουν πλευρές που φαίνεται να επιτρέπονται και άλλες που πρέπει να κρυφτούν. Ο θυμός μπορεί να απωθείται επειδή θεωρήθηκε επικίνδυνος. Η ανάγκη για φροντίδα μπορεί να βιώνεται σαν αδυναμία. Η χαρά μπορεί να συγκρατείται, επειδή κάποτε αντιμετωπίστηκε σαν ενόχληση.
Δεν πρόκειται πάντοτε για διάσχιση με την κλινική έννοια. Μπορεί να πρόκειται για καταπίεση, απώθηση, συμμόρφωση ή σταδιακή απώλεια επαφής με το εσωτερικό βίωμα. Σε συνθήκες σοβαρής και παρατεταμένης κακοποίησης μπορεί να εμφανιστούν και εντονότεροι αποσυνδετικοί μηχανισμοί. Δεν είναι όμως σωστό να θεωρούμε ότι κάθε παιδί που ντροπιάζεται αναπτύσσει αναγκαστικά διάσχιση.
Αυτό που παραμένει κοινό είναι η ανάγκη να προστατευτεί μια ευάλωτη πλευρά του εαυτού:
«Αν αυτό που πραγματικά αισθάνομαι δεν είναι αποδεκτό, πρέπει να το κρύψω».
Όταν το «θέλω» γίνεται επικίνδυνο
Η τοξική ντροπή επηρεάζει βαθιά τη βούληση. Δεν την εξαφανίζει, αλλά τη συνδέει με τον φόβο.
Το παιδί εξακολουθεί να έχει συναισθήματα, ανάγκες και επιθυμίες. Αν όμως το προσωπικό του «θέλω» συναντά διαρκώς τιμωρία ή ταπείνωση, παύει να αισθάνεται ασφαλές να το εκφράζει. Πριν μιλήσει, κοιτάζει το πρόσωπο του γονιού. Πριν ζητήσει κάτι, προσπαθεί να προβλέψει την αντίδρασή του. Πριν δείξει θυμό, χαρά ή διαφωνία, συγκρατείται.
Η προσοχή του στρέφεται όλο και περισσότερο προς τα έξω:
«Τι περιμένουν από εμένα;»
«Πώς πρέπει να φερθώ για να μη θυμώσουν;»
«Ποια πλευρά μου επιτρέπεται να δείξω;»
«Τι πρέπει να γίνω για να με αποδεχτούν;»
Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η τοξική ντροπή παραλύει τη βούληση. Δεν αφαιρεί κάθε επιθυμία. Περιορίζει την ελευθερία του παιδιού να αισθάνεται ότι η επιθυμία του είναι δική του, νόμιμη και ασφαλής να εκφραστεί.
Το «θέλω» αρχίζει να υποχωρεί μπροστά στο «πρέπει»:
«Πρέπει να είμαι ήσυχος».
«Πρέπει να είμαι δυνατός».
«Πρέπει να τα κάνω όλα σωστά».
«Δεν πρέπει να χρειάζομαι κανέναν».
«Δεν πρέπει να απογοητεύω τους άλλους».
Για ένα παιδί η σχέση με τον γονιό δεν είναι μία σχέση ανάμεσα σε πολλές. Από αυτήν εξαρτώνται η φροντίδα, η ασφάλεια και η επιβίωσή του. Αν αισθανθεί ότι πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στην αυθεντική έκφραση και στη διατήρηση της αποδοχής, θα προστατεύσει τη σχέση.
Δεν πρόκειται για συνειδητή απόφαση. Είναι μια προσαρμογή που δημιουργείται σιγά σιγά. Το παιδί περιορίζει όσα προκαλούν απόρριψη και αναπτύσσει εκείνες τις πλευρές που φαίνεται να εξασφαλίζουν περισσότερη ασφάλεια.
Ο Ψευδής Εαυτός δεν έχει μόνο ένα πρόσωπο
Ο Βρετανός παιδίατρος και ψυχαναλυτής Donald Winnicott χρησιμοποίησε τον όρο Ψευδής Εαυτός για να περιγράψει μια οργάνωση του εαυτού που βασίζεται κυρίως στη συμμόρφωση προς το περιβάλλον και προστατεύει τον πιο αυθόρμητο και ευάλωτο πυρήνα του ανθρώπου.
Χρειάζεται εδώ μια σημαντική διευκρίνιση. Όλοι προσαρμοζόμαστε ως έναν βαθμό στις κοινωνικές συνθήκες. Δεν εκφράζουμε κάθε συναίσθημα σε κάθε περίσταση και δεν συμπεριφερόμαστε με τον ίδιο τρόπο παντού. Αυτή η κοινωνική προσαρμογή είναι αναγκαία και δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα.
Η δυσκολία αρχίζει όταν η προσαρμογή καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη την ταυτότητα. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει πια εύκολα τι πραγματικά αισθάνεται, τι χρειάζεται και τι επιλέγει. Μαθαίνει να υπάρχει κυρίως μέσα από τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες των άλλων.
Ο Ψευδής Εαυτός δεν είναι πάντοτε ήσυχος, υπάκουος και τέλειος. Αυτή είναι μόνο μία από τις μορφές που μπορεί να πάρει η προσαρμογή.
Ένα παιδί μπορεί να μάθει να μη ζητά τίποτα και να γίνεται σχεδόν αόρατο. Ένα άλλο μπορεί να προσπαθεί να είναι άψογο και πάντα πρώτο. Κάποιο μπορεί να αναλάβει πρόωρα τη φροντίδα των άλλων. Ένα άλλο μπορεί να προστατεύει την ευαισθησία του με σκληρότητα, έλεγχο, περιφρόνηση ή επιθετικότητα.
Για παράδειγμα, ένα παιδί που γελοιοποιείται κάθε φορά που φοβάται μπορεί να μάθει ότι η ευαισθησία είναι επικίνδυνη. Ως ενήλικας ίσως παρουσιάζεται πάντα σκληρό, να μην παραδέχεται ποτέ ότι πονά και να επιτίθεται όταν αισθάνεται εκτεθειμένο. Η σκληρότητα μπορεί τότε να λειτουργεί σαν πανοπλία γύρω από μια πλευρά που κάποτε δεν μπόρεσε να προστατευτεί διαφορετικά.
Ένα άλλο παιδί μπορεί να λαμβάνει αποδοχή μόνο όταν πετυχαίνει. Μεγαλώνοντας, οργανώνει τη ζωή του γύρω από την επίδοση. Δεν αντέχει το λάθος και δεν μπορεί να ξεκουραστεί χωρίς ενοχή. Ίσως να μην ξέρει πια αν επιδιώκει έναν στόχο επειδή τον επιθυμεί ή επειδή φοβάται ότι χωρίς επιτυχία δεν θα έχει αξία.
Αργότερα μπορεί να εμφανιστούν και άλλοι τρόποι απομάκρυνσης από τον εσωτερικό πόνο, όπως η καταναγκαστική εργασία, η χρήση αλκοόλ ή άλλες εξαρτητικές συμπεριφορές. Δεν σημαίνει ότι κάθε επιθετικός άνθρωπος, κάθε τελειομανής ή κάθε άνθρωπος με εξάρτηση λειτουργεί αναγκαστικά μέσα από έναν Ψευδή Εαυτό. Οι συμπεριφορές αυτές έχουν πολλές πιθανές αιτίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, μπορεί να αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προστατευτικής οργάνωσης γύρω από έναν βαθιά ντροπιασμένο και ευάλωτο εαυτό.
Αυτό που ενώνει τις διαφορετικές μορφές δεν είναι η εξωτερική εικόνα. Είναι το γεγονός ότι η ταυτότητα χτίζεται περισσότερο πάνω στην ανάγκη προστασίας και αποδοχής παρά πάνω στην ελεύθερη επαφή με τα συναισθήματα, τις ανάγκες και τις επιθυμίες.
Ο Αληθινός Εαυτός, στη σκέψη του Winnicott, συνδέεται με τον αυθορμητισμό, τη ζωντάνια και την αίσθηση ότι η ζωή πηγάζει από μέσα μας. Όταν αυτή η πλευρά χρειάζεται να προστατευτεί υπερβολικά, οι ανάγκες και τα συναισθήματα μπορεί να καταπιέζονται, να απωθούνται ή να βιώνονται σαν κάτι ξένο και επικίνδυνο.
Ο άνθρωπος μπορεί να φαίνεται δυνατός και λειτουργικός, αλλά να αισθάνεται κενός ή αποκομμένος από τη δική του ζωή. Μπορεί να γνωρίζει πολύ καλά τι περιμένουν οι άλλοι και να μην μπορεί να απαντήσει σε μια φαινομενικά απλή ερώτηση:
«Εγώ τι θέλω;»
Πώς διαμορφώνεται η τοξική ενοχή;
Η ενοχή ωριμάζει αργότερα από τη ντροπή. Χρειάζεται το παιδί να μπορεί να καταλαβαίνει καλύτερα ότι οι πράξεις του έχουν συνέπειες και επηρεάζουν τους ανθρώπους γύρω του.
Ο Erikson περιέγραψε αυτή την επόμενη περίοδο ως στάδιο της πρωτοβουλίας έναντι της ενοχής. Το παιδί παίρνει περισσότερες πρωτοβουλίες, επινοεί παιχνίδια, συνεργάζεται και ανακαλύπτει ότι μπορεί να επηρεάζει το περιβάλλον.
Στην πορεία κάνει αναπόφευκτα λάθη. Μπορεί να πάρει το παιχνίδι ενός άλλου παιδιού, να χαλάσει την κατασκευή του ή να πει κάτι που το πληγώνει. Η υγιής ενοχή το βοηθά να συνδέσει την πράξη με τη συνέπειά της: «Αυτό που έκανα στενοχώρησε τον άλλον». Από εκεί μπορεί να γεννηθεί η επιθυμία να ζητήσει συγγνώμη και να επανορθώσει.
Η υγιής ενοχή έχει ένα συγκεκριμένο αντικείμενο και έναν πιθανό δρόμο εξόδου. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε αυτό που κάναμε, να αναλάβουμε την ευθύνη και, όσο είναι δυνατόν, να διορθώσουμε τη ζημιά.
Η ενοχή αρχίζει να γίνεται τοξική όταν το παιδί δεν φορτώνεται μόνο την ευθύνη για τις δικές του πράξεις, αλλά και για τα συναισθήματα, τις αντιδράσεις και την ευημερία των ενηλίκων.
«Εξαιτίας σου κλαίει η μαμά».
«Θα με αρρωστήσεις».
«Θυσίασα ολόκληρη τη ζωή μου για σένα».
«Αν με αγαπούσες, δεν θα μου το έκανες αυτό».
«Κοίτα σε τι κατάσταση έφερες τον πατέρα σου».
Το παιδί ακούει ότι η χαρά, η ηρεμία και η συναισθηματική ισορροπία του γονιού εξαρτώνται από εκείνο. Αν ο γονιός θυμώνει, αποσύρεται, σωπαίνει ή δείχνει δυστυχισμένος, το παιδί μπορεί να αισθανθεί ότι οφείλει να διορθώσει την κατάσταση.
Αρχίζει να παρακολουθεί τις διαθέσεις των άλλων. Προσπαθεί να προβλέπει τι χρειάζονται, να αποφεύγει τις συγκρούσεις και να μην προκαλεί δυσαρέσκεια. Δεν αισθάνεται ενοχή μόνο όταν πραγματικά πληγώνει κάποιον. Αισθάνεται ενοχή όταν λέει «όχι», όταν βάζει ένα όριο, όταν ξεκουράζεται ή όταν επιλέγει κάτι διαφορετικό από αυτό που περιμένουν οι άλλοι.
Η υγιής ενοχή λέει:
«Έκανα κάτι που πλήγωσε έναν άνθρωπο. Μπορώ να αναλάβω την ευθύνη και να προσπαθήσω να το διορθώσω».
Η τοξική ενοχή λειτουργεί διαφορετικά:
«Αν ο άλλος υποφέρει ή είναι δυσαρεστημένος, μάλλον φταίω εγώ. Είναι δική μου ευθύνη να τον κάνω να αισθανθεί καλύτερα».
Η πρώτη έχει όρια. Η δεύτερη απλώνει την ευθύνη σχεδόν παντού.
Η τελειοθηρία και η υπόσχεση της ασφάλειας
Η τοξική ενοχή συνδέεται συχνά με την τελειοθηρία. Αν ένα λάθος μπορούσε κάποτε να προκαλέσει θυμό, σιωπή, απόρριψη ή συναισθηματική κατάρρευση του γονιού, η τελειότητα αρχίζει να μοιάζει με τρόπο προστασίας.
«Αν τα κάνω όλα σωστά, κανείς δεν θα θυμώσει».
«Αν προβλέψω κάθε πρόβλημα, κανείς δεν θα πληγωθεί».
«Αν δεν κάνω λάθη, δεν θα είμαι ένοχος».
Δεν πρόκειται απλώς για υψηλές απαιτήσεις ή για την ικανοποίηση που προσφέρει μια δουλειά καλοφτιαγμένη. Η συγκεκριμένη τελειοθηρία κινείται από τον φόβο. Ο άνθρωπος ελέγχει ξανά και ξανά όσα έκανε, δυσκολεύεται να πάρει αποφάσεις ή εξαντλείται προσπαθώντας να προλάβει κάθε πιθανό πρόβλημα.
Το ίδιο μοτίβο περνά και στις σχέσεις. Λέει «ναι» ενώ θέλει να πει «όχι». Ζητά συγγνώμη ακόμη κι όταν δεν έκανε κάτι κακό. Αν κάποιος είναι στενοχωρημένος ή σιωπηλός, η πρώτη σκέψη του είναι:
«Τι έκανα;»
Εδώ η τοξική ντροπή και η τοξική ενοχή συναντιούνται. Η ντροπή τραυματίζει το δικαίωμα να είμαστε αυτό που είμαστε. Η ενοχή τραυματίζει το δικαίωμα να επιλέγουμε για τον εαυτό μας χωρίς να αισθανόμαστε υπεύθυνοι για κάθε αντίδραση των άλλων.
Ο άνθρωπος προσπαθεί να εξασφαλίσει την αποδοχή με την τελειότητα, τη θυσία, τον έλεγχο, τη σιωπή ή τη συμμόρφωση. Όχι επειδή αυτές οι συμπεριφορές εκφράζουν πάντοτε αυτό που πραγματικά θέλει, αλλά επειδή κάποτε τον βοήθησαν να αισθανθεί πιο ασφαλής.
Από το «πρέπει» πίσω στο «θέλω»
Το πιο ύπουλο στοιχείο της τοξικής ντροπής και της τοξικής ενοχής είναι ότι συχνά λειτουργούν έξω από την επίγνωσή μας. Δεν εμφανίζονται πάντα σαν συναισθήματα που μπορούμε εύκολα να αναγνωρίσουμε. Τις βλέπουμε περισσότερο στα ίχνη που αφήνουν: στον φόβο της κριτικής, στις συνεχείς συγγνώμες, στην τελειοθηρία, στη δυσκολία να βάλουμε όρια και στην αίσθηση ότι ποτέ δεν κάνουμε αρκετά.
Μερικές φορές αξίζει να σταματήσουμε και να ακούσουμε τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε μέσα μας.
Πόσες φορές λέμε «πρέπει», «οφείλω» ή «δεν γίνεται αλλιώς»;
Πόσο εύκολο είναι να πούμε «θέλω», «δεν θέλω», «επιλέγω» ή «αυτό δεν μου κάνει καλό»;
Αισθάνομαι ενοχή επειδή πραγματικά πλήγωσα κάποιον ή επειδή τόλμησα να βάλω ένα όριο;
Η κριτική αφορά μια συγκεκριμένη πράξη μου ή άγγιξε μια παλιά πληγή και κλόνισε ολόκληρη την αίσθηση της αξίας μου;
Η αναγνώριση αυτών των μηχανισμών δεν σημαίνει ότι κατηγορούμε τον εαυτό μας για τους τρόπους με τους οποίους έμαθε να προστατεύεται. Ούτε σημαίνει ότι κάθε δυσκολία της ενήλικης ζωής εξηγείται μόνο μέσα από την παιδική ηλικία. Μας επιτρέπει όμως να ξεχωρίσουμε την παλιά προσαρμογή από τη σημερινή επιλογή.
Ο στόχος δεν είναι να μη νιώσουμε ποτέ ξανά ντροπή ή ενοχή. Στην υγιή τους μορφή, και τα δύο συναισθήματα έχουν τη θέση τους στη ζωή μας. Μας βοηθούν να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας, να σεβόμαστε τους άλλους και να επανορθώνουμε.
Η αλλαγή αρχίζει όταν μπορούμε να πούμε «έκανα ένα λάθος» χωρίς να αισθανόμαστε ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε ένα λάθος. Όταν μπορούμε να νοιαζόμαστε για τους άλλους χωρίς να αναλαμβάνουμε την ευθύνη για ολόκληρο τον ψυχικό τους κόσμο. Όταν το «θέλω» δεν ακούγεται πια σαν απειλή και το «όχι» δεν σημαίνει ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε την αγάπη.
Είναι μια αργή επιστροφή σε όσα κάποτε χρειάστηκε να κρύψουμε: στα συναισθήματα, στις ανάγκες, στη βούληση και στη ζωντάνια μας. Μια επιστροφή από το «πρέπει να γίνω κάποιος άλλος για να με αγαπήσουν» στο δικαίωμα να υπάρχουμε ως ολόκληροι, ατελείς και αληθινοί άνθρωποι.



Σχόλια